Η νέα εποχή έφερε αυξήσεις στις τιμές των βασικών ειδών διατροφής και φαίνεται πως αυτό μπορεί να επηρεάσει τις καταναλωτικές μας συνήθειες και ειδικότερα τον τρόπο που σιτιζόμαστε
Έτσι, πλέον τίθεται από πολλούς το ερώτημα κατά πόσο συμφέρει να προμηθευόμαστε όλα τα απαραίτητα υλικά για το καθημερινό μεσημεριανό ή βραδινό μας γεύμα. Η είσοδος των “Ετοίμων προς κατανάλωση φαγητών” (Ready-to-Eat / R.T.E.), τα οποία χρειάζονται μόνο ζέσταμα, ανατρέπει την μέχρι τώρα κατάσταση και κάνει τα έτοιμα φαγητά περισσότερο ελκυστικά από ποτέ!
Ιστορική αναδρομή
Τα πρώτα έτοιμα φαγητά ήταν οι κονσέρβες, αλλά επειδή είναι μια εντελώς διαφορετική κατηγορία δεν θα ασχοληθούμε σε αυτό το άρθρο με αυτές, διότι δεν λειτουργούν ως αυτόνομα κύρια γεύματα. Τα πρώτα ημι-έτοιμα γεύματα σε κατεψυγμένη μορφή εμφανίστηκαν στην αγορά στα τέλη του περασμένου αιώνα.
Η εταιρεία που τα παρουσίασε πρώτη στο ευρύ κοινό ήταν η Θεσσαλονικιώτικη Μπάρμπα Στάθης. Τα φαγητά αυτά απαιτούσαν κατά μέσο όρο 30 λεπτά προετοιμασία – μαγείρεμα και αφορούσαν κυρίως κωδικούς όπως σπανακόρυζο, φασολάκια και αρακά, δηλαδή φαγητά που συνδέονταν άμεσα με την κύρια δραστηριότητα της εταιρείας, την τυποποίηση και πώληση κατεψυγμένων λαχανικών. Σήμερα η σειρά αυτή ονομάζεται “Ας μαγειρέψουμε”.
Η ευκολία ήταν το βασικό τους πλεονέκτημα, ωστόσο υπήρχε αρκετή δυσπιστία, αλλά και προκατάληψη. Με την πάροδο του χρόνου και την έντονη διαφημιστική υποστήριξη, η κατηγορία των κατεψυγμένων φαγητών απέκτησε τεράστιο καταναλωτικό κοινό, οδηγώντας και άλλες εταιρείες σε αυτή την αγορά. Σήμερα, αυτή η κατηγορία βρίσκεται στη φάση ωριμότητας με πολλούς ανταγωνιστές και πλήθος γευστικών προτάσεων.
Η νέα εποχή των RTE
Στις αρχές της δεκαετίας του 2010, ορισμένες εταιρείες, κυρίως από τον κλάδο του catering, παρουσίασαν τα πρώτα έτοιμα φαγητά που πλέον δεν απαιτούσαν μαγείρεμα, αλλά μόνο ζέσταμα! Αρχικά, αυτά τα προϊόντα τοποθετήθηκαν στις καταψύξεις, όμως δεν παρουσίασαν ιδιαίτερη δυναμική και σταδιακά αποσύρθηκαν, καθώς η αγορά δεν ήταν ακόμα έτοιμη, ενώ το κόστος τους δεν ήταν ελκυστικό για τον τελικό καταναλωτή με τιμές κοντά στα 5€ / μερίδα.
Παρόλο που υπήρχε σχετική ετοιμότητα σε μια μερίδα καταναλωτών, ειδικά στις νεότερες γενιές, η γεύση τους δεν πλησίαζε την αυθεντική γεύση των σπιτικών μαγειρευτών φαγητών, γεγονός που λειτούργησε αποτρεπτικά. Επιπλέον, η ιδέα μιας νοικοκυράς να προσφέρει στα παιδιά της έτοιμο γεύμα από την κατάψυξη ήταν τότε αδιανόητη. Έτσι, αυτά τα γεύματα απευθύνονταν κυρίως σε φοιτητές και άτομα που ζούσαν μόνα τους.
Η Αμβροσία έκανε την αρχή
Τα πράγματα άλλαξαν μεταξύ 2012-2015, όταν η εταιρεία Αμβροσία ΕΠΕ από τη Θεσσαλονίκη παρουσίασε μια σειρά παραδοσιακών ελληνικών φαγητών, όπως παστίτσιο, φασολάκια και μουσακά, αυτή τη φορά στο ψυγείο και όχι στην κατάψυξη! Για αρκετά χρόνια, μπορούμε να πούμε πως δεν υπήρχε κάποιος ανταγωνισμός και οι πωλήσεις κινούταν σε σχετικά χαμηλά επίπεδα. Το γεγονός ότι καμία άλλη εταιρεία δεν ήθελε να επενδύσει στην κατηγορία, φοβούμενη το οικονομικό ρίσκο τα λέει όλα. Εξαίρεση αποτέλεσαν μικρότερες startups από την επαρχία, οι οποίες, λόγω έλλειψης δικτύων διανομής και πρόσβασης στις μεγάλες αλυσίδες, είτε εγκατέλειψαν την κατηγορία είτε έκλεισαν.
Η μεγάλη αλλαγή ήρθε όταν η εταιρεία παραγωγής ορεκτικών Αμβροσία, μέλος του ομίλου ΕΔΕΣΜΑ της οικογένειας Χατζηγεωργίου, ανακοίνωσε συνεργασία με την αλυσίδα Lidl, τοποθετώντας τα πρώτα έτοιμα μαγειρευτά φαγητά στα ψυγεία της. Αυτή η κίνηση σηματοδότησε τη στροφή της αγοράς, καθώς το εκτεταμένο δίκτυο της Lidl προσέφερε την απαιτούμενη δυναμική και ώθησε τις πωλήσεις. Σύντομα, ακολούθησαν και άλλες μεγάλες αλυσίδες, όπως Σκλαβενίτης, Μασούτης και ΑΒ Βασιλόπουλος. Η αυξημένη κατανάλωση οδήγησε στη μείωση του κόστους και σε πιο ανταγωνιστικές τιμές.
Η κατάσταση σήμερα
Σήμερα, στην κατηγορία RTE δραστηριοποιούνται πλέον και άλλες εταιρείες, προερχόμενες είτε από τον ίδιο κλάδο είτε από άλλους κλάδους τροφίμων. Η Έδεσμα έχει εξαγοραστεί από τον όμιλο Bespoke του Σπύρου Θεοδωρόπουλου και τα προϊόντα κυκλοφορούν πλέον με το brand Nikas. Οι εταιρείες Παλίρροια, Hellenic Catering (συνεργάζεται με τον Μασούτη) και άλλες επιχειρήσεις παλεύουν να εδραιωθούν, ενώ νέοι παίκτες εξετάζουν την είσοδο στην κατηγορία. Η αλυσίδα ΣΚΛΑΒΕΝΙΤΗΣ προχώρησε σε εξαγορά της εταιρείας παραγωγής φαγητού “ΜΑΝΔΡΑΛ ΑΚΙΝΗΤΑ ΑΠΟΘΗΚΕΥΣΕΩΝ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ”. Ενώ αμέσως μετά την εξαγορά, η εταιρεία μετονομάστηκε σε “ΑΥΡΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΓΕΥΜΑΤΩΝ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ” και επικεντρώνεται πλέον στην παραγωγή έτοιμων γευμάτων, με δυνατότητα παραγωγής 50.000 γευμάτων ημερησίως. Η εταιρεία 3ΑΛΦΑ μπήκε με έτοιμες σούπες στην κατηγορία μέσα από την δική της κατηγορία που είναι τα όσπρια.
Ταυτόχρονα, εκτός από τις αλυσίδες Σουπερ Μάρκετ, όλο και περισσότερες αλυσίδες εντάσσουν τα έτοιμα φαγητά στο χαρτοφυλάκιό τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν αλυσίδες εστίασης, όπως πιτσαρίες, αλυσίδες φούρνων και αλυσίδες fast food που προσφέρουν εκτός από την παραδοσιακή τους γκάμα και αυτή την επιλογή. Η τάση δείχνει ότι τα έτοιμα φαγητά έχουν πλέον εδραιωθεί στην καθημερινότητα των καταναλωτών. Η ζήτηση για ευκολία και ταχύτητα αυξάνεται συνεχώς, ενώ οι τιμές των εστιατορίων καθιστούν το dine-in συχνά απαγορευτικό για πολλούς. Ταυτόχρονα, τα ταχυφαγεία φαίνεται πως δεν μπορούν να καλύψουν πλήρως αυτή τη νέα τάση λόγω περιορισμένων υποδομών και επενδύσεων.
Τελικό συμπέρασμα
Αρχικά, τα RTE απευθύνονταν κυρίως σε νεότερες ηλικίες και απασχολημένους επαγγελματίες. Σήμερα, όμως, η εικόνα έχει αλλάξει.
Πάνω από το 70% των καταναλωτών έχει αγοράσει τουλάχιστον μία φορά έτοιμο φαγητό, ενώ 1 στους 3 καταναλώνει τέτοια γεύματα τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα
Οι καταναλωτές επιλέγουν τα RTE βάσει γεύσης, ποικιλίας, τιμής και σημείου πώλησης. Το brand και ο vendor (πωλητής) παίζουν τον πιο καθοριστικό ρόλο, καθώς οι καταναλωτές επιζητούν ασφάλεια και σιγουριά. Αυτή η εμπιστοσύνη καλλιεργείται κυρίως μέσω επώνυμων εταιρειών και καταστημάτων που διαθέτουν τις απαραίτητες πιστοποιήσεις και ισχυρή διαφημιστική υποστήριξη.