Αν ρωτήσεις έναν εργαζόμενο, π.χ. έναν υποψήφιο που πάει σε interview για τον μισθό, θα σου μιλήσει για καθαρά, γιατί αυτό που τον ενδιαφέρει είναι το «τι βάζει στο παντελόνι».
“Η επιχείρηση ενδιαφέρεται για τα μικτά, μια και αυτά θα συγκρίνει με το budget της για τη θέση”
Για την ακρίβεια, ενδιαφέρεται, ακόμη περισσότερο, για το πλήρες κόστος, πέρα κι από τα μικτά, όπου περιλαμβάνει εργοδοτικές εισφορές, κινητό, αυτοκίνητο, ομαδική ασφάλιση ή άλλα benefits, θέση γραφείου, laptop κ.λπ.
Υπάρχει διαφορά που φέρνει προστριβές ή παρανοήσεις.
Η δική μου θέση είναι ξεκάθαρη και πάντα την έλεγα όταν μίλαγα είτε με τη μία είτε με την άλλη πλευρά: η συμφωνία στον μισθό γίνεται στα μικτά και μόνο. Εννοείται ότι ο υποψήφιος μπορεί να ρωτήσει «δηλαδή, πόσα θα είναι τα καθαρά μου;» και ενδεχομένως να κάνει εκεί τα παζάρια του. Όμως η τελική συμφωνία θα είναι στα μικτά.
Πέρα από το ότι αυτά παρέχουν μια ενιαία και σταθερή βάση συνεννόησης, υπάρχει και το εξής θέμα αν η συμφωνία γίνει στα καθαρά: Αν κάποια στιγμή αλλάξει ο φορολογικός συντελεστής, ποιος θα επωφεληθεί ή θα ζημιωθεί;
Η πράξη έχει δείξει
Αν ο συντελεστής μειωθεί, ο εργαζόμενος απαιτεί τη διαφορά, παρόλο που η συμφωνία ήταν στα καθαρά. Αν αυξηθεί, απαιτεί να επιβαρυνθεί ο εργοδότης! Επίσης, αν η εταιρεία αποφασίσει του χρόνου να δώσει 10% αύξηση, πάντα εννοεί στα μικτά. Αν ο εργαζόμενος θεωρεί ως βάση τα καθαρά, τότε η μικτή αύξηση θα πρέπει να είναι τελικά μεγαλύτερη από το 10%, λόγω της προοδευτικής κλίμακας φόρου μισθωτών.
Τελικό συμπέρασμα
Άρα, για να αποφεύγονται τέτοιες αχρείαστες προστριβές, ο υποψήφιος δικαιούται μεν να ξέρει τον καθαρό μισθό με τα οποία συμφωνεί σήμερα, αλλά η συμφωνία γίνεται στα αντίστοιχα μικτά και μ’ αυτά προχωράμε.
Τι λέτε; Συμφωνείτε; Πώς το έχετε χειριστεί εσείς, είτε ως εργαζόμενος είτε ως εργοδότης; Γράψτε μου στα σχόλια εδώ!
Του Κώστα Σίδερη
Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να επικοινωνήσετε στο: costas@aquamerit.gr

